Ηθικό Δίλημμα #25: Θα πάρεις το νόμο στα χέρια σου;

26-01-2015
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Είναι πρωί. Έχεις βγει από το σπίτι σου για κάποιες εξωτερικές δουλειές. Εκεί που περπατάς, ξαφνικά, νιώθεις ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι και όλα μαυρίζουν. Ανοίγεις τα μάτια, βλέπεις μια θολούρα γύρω σου αλλά διακρίνεις ότι βρίσκεσαι σε κλειστό χώρο. Όση ώρα συνέρχεσαι, αισθάνεσαι πόνο στο κεφάλι, πιασμένος στην μέση και στον αυχένα. Πας να σηκωθείς και κάτι σε τραβάει πίσω. Κοιτάς και βλέπεις ένα ζευγάρι χειροπέδες να σε κρατάει δεμένο σε ένα καλοριφέρ. Έχοντας μεγαλύτερη συναίσθηση του περιβάλλοντος συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, καθισμένος κάτω, στη μία γωνία του δωματίου, η πόρτα είναι κλειστή απέναντί σου και δεν υπάρχει κανένα άλλο έπιπλο στον χώρο εκτός από ένα μεταλλικό χαμηλό τραπεζάκι στην άλλη γωνία χωρίς όμως να μπορείς να διακρίνεις τι βρίσκεται εκεί πάνω. Ξαφνικά, η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ένας άνθρωπος μέσα φορώντας κουκούλα και σε πλησιάζει σέρνοντας το τραπεζάκι μαζί του. Ό,τι ερώτηση και να του κάνεις δεν κάνει κανένα νεύμα ούτε και δίνει καμία απάντηση. Αντιθέτως αρχίζει να σε χτυπάει, στην αρχή με τα χέρια και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας διάφορα αντικείμενα που βρισκόντουσαν πάνω στο τραπεζάκι (μίνι-γκλοπ, μικρά μαχαίρια, λοστοί κλπ). Μετά από αρκετά λεπτά, σταματάει μόνος του, ξαναβάζει τα πάντα πάνω στο τραπεζάκι, το επιστρέφει στην αρχική του θέση, βγαίνει από το δωμάτιο, κλείνει και κλειδώνει την πόρτα.

Οι επόμενες μέρες περνάνε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Καθημερινά βέβαια, μπαίνει κι άλλες φορές στο δωμάτιο φέρνοντας τροφή και νερό. Σταθερά όμως μία φορά τη μέρα, συνεχίζει τους βασανισμούς. Ύστερα από αρκετές μέρες λοιπόν, στην καθημερινή του «βίαιη επίσκεψη», αστοχεί σε ένα χτύπημα, πετυχαίνει τον σωλήνα στον οποίο είσαι δεμένος και τον σπάει. Για μια στιγμή κοιταζόσαστε μεταξύ σας αδρανείς και εσύ, δρώντας καθαρά ενστικτωδώς, σηκώνεσαι πάνω, τον ρίχνεις κάτω και τον χτυπάς ώσπου χάνει τις αισθήσεις του. Έχοντας βρει το κλειδάκι για τις χειροπέδες στις τσέπες του, τις περνάς στο δικό του χέρι και σε έναν άλλο σωλήνα του καλοριφέρ. Κάνεις κίνηση να του βγάλεις τη μάσκα αλλά διστάζεις. Στρίβεις και ξεκινάς να βγεις από το δωμάτιο με σκοπό να βρεις έναν τρόπο να επικοινωνήσεις με την αστυνομία. Φτάνοντας στην πόρτα του δωματίου όμως και ενώ είσαι με το ένα πόδι έξω από το δωμάτιο, κοντοστέκεσαι, γυρίζεις και κοιτάς τα «εξαρτήματα» με τα οποία σε βασάνιζε τόσες μέρες. Τελείως ανεξέλεγκτα, σου περνάει η ιδέα από το μυαλό να πάρεις το αίμα σου πίσω, βασανίζοντάς τον εσύ τώρα.