Ντεϊσμός και αθεϊσμός - Δύο αντιμαχόμενες τάσεις του Διαφωτισμού

27-05-2015
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Τα χτυπήματα που κατέβαλαν οι απανωτές επιτυχίες της επιστήμης στην εκκλησία, τα δόγματά της και τον συνεπαγόμενο έλεγχο πάνω στην προσωπική ζωή του ατόμου ήταν συνεχή, μεταβάλλοντας σε πολύ λίγα χρόνια την ιδεολογική και κοινωνική ατμόσφαιρα της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας.

Οι επιδράσεις του Descartes, του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα είναι εντονότατες και πασιφανείς. Αυτοί οι φυσικοί φιλόσοφοι, αν και βαθύτατα ένθεοι, ανοίγουν τους ασκούς του Αιόλου προς μια κατεύθυνση βαθμιαίας μείωσης της σφαίρας επιρροής της εκκλησίας, η οποία όμως σε μερικές περιπτώσεις έθετε σε κίνδυνο ακόμη και την αναγκαιότητα της ιδέας του θεού.

Ντεϊσμός (deism) είναι μια θεώρηση ύπαρξης του θεού αλλά χωρίς την παραμικρή συναλλαγή και αλληλεπίδραση με τον άνθρωπο. Είναι προφανώς μια φιλοσοφική θέση γιατί στον μέσο άνθρωπο που αντιλαμβάνεται το υπάρχειν μέσα από δράσεις και αποτελέσματα, δεν φαίνεται να έχει κάποια αξία και σημασία ένας τέτοιος θεός. Είναι όμως μια πρωτόφαντη ιδέα του Διαφωτισμού ή μήπως έχει πρωτο-εμφανιστεί πολύ νωρίτερα; Η απάντηση είναι βέβαια ότι έχει διατυπωθεί πολύ παλαιότερα και πού αλλού αν όχι στην αρχαία Ελλάδα.

Ο Αναξαγόρας εισάγει ως πρωταρχικά στοιχεία της Δημιουργίας τον νου και τα πολυποίκιλα αμέτρητα σπέρματα και περιέργως, και γι' αυτό τον κατηγορεί ο Σωκράτης στον Φαίδωνα, δεν αναφέρει στη συνέχεια καμία ενέργεια του νου στη μίξη των σπερμάτων και τη δημιουργία των όντων.

Ο Αριστοτέλης θεωρεί τον θεό ως το απόλυτα αύταρκες όν, από τον οποίο πηγάζει κάθε όν και κάθε δημιουργία. Περιχαρακώνει όμως τον θεό μέσα στην τελειότητά του, σε μια μακαριότητα όπου ως υπέρτατος νους διαρκώς νοεί τη νόηση του. Τι μπορεί να ελπίζουν οι άνθρωποι από αυτόν; Την ευδαιμονία αν ζήσουν με αρετή, σύμφωνα με τα μέτρα και τους νόμους που έχει θέσει σε κίνηση και αιώνια ισχύ ο θεός. Είναι όμως αφελές να θεωρεί ο άνθρωπος ότι επικοινωνεί και συνομιλεί με τον θεό για να του ζητήσει πράγματα ή για να τον ευχαριστήσει για την καλοτυχία του. Έχει δικαίωμα να προσεύχεται και να θυσιάζει στους θεούς, αλλά μόνο και μόνο για να βιώνει ο ίδιος την ισορροπία και την ευδαιμονία.

Ο Επίκουρος και ο Λουκρήτιος δεν αρνούνται την ύπαρξη των θεών, αλλά προτρέπουν τον άνθρωπο να κανονίζει μόνος του τα του εαυτού του όπως και εκείνοι κανονίζουν μόνοι τους τα του εαυτού τους.

Το κλίμα στη συνέχεια αλλάζει ριζικά με την Πλατωνική Σχολή, η οποία κατά την λεγόμενη Νεοπλατωνική περίοδο δίνει ιδιαίτερο βάρος στην επικοινωνία του ανθρώπου με ιεραρχίες θεών και δαιμόνων για την ευόδωση των σκοπών τους, οι οποίοι βέβαια πρέπει να βρίσκονται σε ηθικό συντονισμό με τη θεία θέληση. Αλλά και τα υπόλοιπα ρεύματα της εποχής, χριστιανικά, γνωστικά, καββαλιστικά και μανιχαϊστικά, είναι έντονα χρωματισμένα από την κυρίαρχη ανάγκη της σωτηρίας της ψυχής, και για το λόγο αυτό βρίθουν από τελετές θεουργίας, ψυχουργίας και μαγείας, δράσεις που προϋποθέτουν την ενεργή παρέμβαση θεών και δαιμόνων στα ανθρώπινα.

Κι ενώ ο χριστιανισμός στη συνέχεια βάζει στον πάγο κάθε ελεύθερη σκέψη και προβληματισμό γύρω από τη φύση θεού και ανθρώπου και των μεταξύ τους σχέσεων, η Αναγέννηση και η συνακόλουθη επιστημονική επανάσταση αρχίζουν να ταράζουν και πάλι τα νερά της κυρίαρχης φιλοσοφίας και θεολογίας. Ο Descartes προτείνει την διάκριση των κόσμων (πνεύματος και ύλης) και των νόμιμων μεθόδων ανάλυσης καθενός από αυτούς. Η ύλη είναι μόνο μέγεθος και κίνηση και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε επίκληση των θείων ιδιοτήτων για την ερμηνεία της. Πνεύμα και ύλη είναι απόλυτα διακριτά, όλα γύρω μας (ακόμη και τα ζώα) είναι απολύτως υλικά και μόνο στον άνθρωπο συνυπάρχουν και τα δύο, με τη συλλειτουργία τους να επιτελείται μέσω ενός μυστήριου εγκεφαλικού αδένα της επίφυσης. Ο Leibnitz μελετά ψυχή και σώμα σαν να είναι εντελώς ξένα μεταξύ τους, θεωρώντας ότι συλλειτουργούν με ένα ελάχιστα πειστικό τρόπο, αυτόν της προαποκατεστημένης αρμονίας, που έχει τεθεί σε ισχύ από τον θεό. Ο Γαλιλαίος εκθέτει αναλυτικά στην επιστολή του προς την Πριγκίπισσα Χριστίνα τον κίνδυνο επίκλησης των θρησκυτικών αληθειών στην ερμηνεία της φύσης και των φυσικών αληθειών στα ζητήματα της πίστης και της σωτηρίας της ψυχής. Ο Νεύτωνας δίνει μια γοητευτική ολοκληρωμένη ερμηνεία της λειτουργίας της φύσης μέσα από τις έννοιες της δύναμης, της μάζας και της κίνησης, χωρίς βέβαια να παρεμβάλει πουθενά τις ιδιότητες του θεού. Τι κάνουν όλοι αυτοί; Πιστεύουν απόλυτα στην ύπαρξη του θεού, ο οποίος με κάποιο τρόπο έδωσε στο σύμπαν μια αρχική ώθηση και τους απαράβατους φυσικούς νόμους για τη λειτουργία και τη συντήρησή του, χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε παρέμβασής του στη συνέχεια. Αυτή η μη παρέμβαση είναι ακριβώς η θεώρηση του Αριστοτέλη και των Επικούρειων για την ύπαρξη μεν αλλά μη συναλλαγή του θεού με τον κόσμο των ανθρώπων.

Ο Francois Marie Arouet ή πιο απλά Βολταίρος είναι αναμφσβήτητα η κεντρική μορφή του Διαφωτισμού, και ακολουθεί απόλυτα τη στάση αυτή του εξόριστου θεού. Σε αντίθεση με αυτόν κάποιοι φιλόσοφοι της εποχής του (σαφώς η μειοψηφία) διατύπωσαν μια κοσμοθεώρηση, που ονομάστηκε μηχανιστικός ή αθεϊστικός υλισμός, κάνοντας ένα βήμα, που εκ πρώτης όψεως μοιάζει πολύ μικρό. Εφόσον ο θεός είναι ένας παράγοντας που δεν είναι αναγκαίος για την περιγραφή του φυσικού κόσμου (στον οποίο περιελάμβαναν και τον άνθρωπο), γιατί να τον κρατάμε στη συνολική θεώρηση; Θα έλεγε κανείς γιατί όχι; Φαίνεται σαν μια ακριβέστατη εφαρμογή της λεπίδας του Okham (Okham's razor), σύμφωνα με την οποία μια θεωρία πρέπει να διατηρεί όσο το δυνατόν λιγότερους παράγοντες, όσους ακριβώς χρειάζονται για την αποτελεσματική ερμηνεία των φαινομένων που μελετά. Κι έτσι διστακτικά εμφανίζει ο La Mettrie τον "άνθρωπο-μηχανή", ο Baron d'Holbach το "Σύστημα της φύσης" κι ο Helvetius το "περί του νου". Όλα διαπνέονται από το ίδιο πνεύμα, την πλήρη απουσία του πνεύματος και την κριτική στην εκκλησία ως εξουσιαστικού παράγοντα και στον θεό ως μια έννοια του ανθρώπινου νου που δεν ήταν πλέον αναγκαία στο νέο περιβάλλον των "φώτων" και του "ορθού λόγου". Βέβαια άφηναν ηθελημένα ή όχι, ένα μεγάλο και καθοριστικότατο κενό στο κοσμοείδωλό τους, την μη εξήγηση της αρχής των πραγμάτων.

Η αντίδραση της εκκλησίας ήταν λυσσαλέα, όπως είναι προφανές, αλλά και της πλειοψηφίας των φιλοσόφων του Διαφωτισμού, που καθοδηγούμενοι κυρίως από τον Rousseau και τον Voltaire, κατήγγειλαν την αθεϊστική αυτή τοποθέτηση αδιανόητη, παράλογη και ηθικά τρομακτική. Άλλωστε και η κοσμοϊστορική επανάσταση του 1789 τόλμησε όλα να τα ανατρέψει, εκτός από την ντεϊστική πίστη στο 'Απόλυτο 'Ον'. Οι ιδέες των πρώτων αυτών υλιστών του Διαφωτισμού άρχισαν να γίνονται αποδεκτές μόνο τον επόμενο αιώνα, συνδυασμένες με την εγελιανή διαλεκτική, μια θεωρία που αναβάθμιζε τις ιδέες της ιστορικής εξέλιξης και της ανθρώπινης χειραφέτησης πολύ εξυπνότερα από αυτήν την κατά μέτωπο επίθεση των Γάλλων υλιστών στην ιδέα του θεού, η οποία δεν έπαυε να είναι ιερή.

Τώρα, στην εποχή μας, μετά από τόσες και τόσες ιδεολογικές ανατροπές και ανακατατάξεις, βλέπουμε ακόμη και τώρα το ταμπού του ντεϊσμού να διατηρείται απαρασάλευτα στη σκέψη και την προσοχή των ανθρώπων. Ο θεός παραμένει στην άκρη του ανθρώπινου μυαλού, ως η αμετάβλητη ιδέα του δίκαιου και του αγαθού, παραμένοντας ένας ασυνείδητος κρουνός ελπίδας, ζωτικότητας και πίστης στους αγώνες για τη δίκαιη κοινωνία και την ανθρώπινη ευδαιμονία.