Πάμε για graffiti; Ακαλαίσθητοι βάνδαλοι ναι, αδίστακτοι εγκληματίες όχι

09-03-2015
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Ααααχ, χρυσές εποχές. Θυμάμαι πριν από καμιά δεκαριά χρόνια που γέμιζα το ήδη παραφουσκωμένο μου μπουφάν με χρωματιστά σπρέι και χοντρούς μαρκαδόρους “Posca” και έβγαινα παγανιά με τους συνεργούς μου. Τον είχαμε πηδήξει τον καημένο τον Πειραιά. Από τις προσόψεις πολυκατοικιών και τις κολόνες της ΔΕΗ, μέχρι τους τοίχους μαγαζιών και τα βραχάκια της Πειραϊκής, ήμασταν αποφασισμένοι να μετατρέψουμε όλη την περιοχή σε σκηνικό χολιγουντιανής ταινίας με πολέμους συμμοριών στα γκέτο του Χάρλεμ. Το μόνο που έλειπε ήταν να αποκαλούμε ο ένας τον άλλο “my nigger” – τι ασυγχώρητη παράλειψη… Κατά τα λοιπά βέβαια ήμασταν και πολύ gangsta. Τι πιο σκληροπυρηνικό εξάλλου από μια χούφτα λευκών, σπυριάρικων δεκαπεντάχρονων που αραδιάζουν τις ταγκιές τους κάθε παρθένα επιφάνεια;

posca
"90s kids will remember" κι έτσι...

Να πληροφορήσω τους λίγους που δε γνωρίζουν την έννοια της λέξης «ταγκιά», ότι πρόκειται για μια προσωπική «υπογραφή» του… καλλιτέχνη του δρόμου. Όπως και πολλοί άλλοι βέβαια εμείς δεν κάναμε graffiti. Καθόλου όμως. Απλώς ταγκάραμε. Ω ναι, η ύψιστη εκδήλωση ανένταχτου μεγαλείου, εκφραστικής ελευθερίας και αμφισβήτησης του συστήματος: να γράφεις σε τοίχους το ψευδώνυμό σου.

Χωρίς να το έχω ψάξει ιδιαίτερα, έχω την αίσθηση ότι τέτοιου τύπου «έργα» χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: ταγκιές, συνθήματα και graffiti. Από αυτές, μόνο η τελευταία κατηγορία ενδέχεται να γίνει αποδεκτή από μεγάλο μέρος της κοινωνίας, προφανώς υπό προϋποθέσεις.

Προσφάτως, η ομάδα των “Icos&Case” έντυσε το Πολυτεχνείο στα ασπρόμαυρα ενεργοποιώντας αυτόματα τις αντανακλαστικές αντιδράσεις κατακραυγής/υποστήριξης όλων όσοι απλώς περίμεναν ακόμα μια αφορμή για να πάρουν θέση. Για μένα το βασικό ερώτημα της υπόθεσης, είναι το εξής: Πρέπει να μας απασχολούν και να παίζουν ρόλο στην «ετυμηγορία» μας είτε τα κίνητρα των γκαφιτάδων, είτε το αισθητικό αποτέλεσμα; Και αν ναι, σε ποιον βαθμό;

Κάποιοι π.χ. υποστηρίζουν ότι δεν έχει καμία απολύτως σημασία ούτε η πρόθεση, ούτε τα εικαστικά απότοκα, ούτε η "ταυτότητα" των χώρων που βάφονται. Αυτό βέβαια είναι μια πολύ απλοϊκή, by the book, προσέγγιση που δεν εμβαθύνει και δε λαμβάνει υπόψη της μια σειρά παραγόντων. Και η οποία βέβαια γεμίζει τρύπες με τη βοήθεια μιας (ακραίας) ερώτησης: Δε βρίσκεις πραγματικά καμία διαφορά ανάμεσα σε ένα ακατοίκητο ερείπιο που γεμίζει με χρωματιστά μοτίβα και τον τοίχο ενός σπιτιού πάνω στον οποίο αναγράφεται «Σούλα, χύνω για πάρτη σου»; Δεν ξέρω αν η Σούλα θα κολακευόταν από τα αγνά αισθήματα του θαυμαστή της, νομίζω όμως ότι το παραπάνω παράδειγμα μας βάζει σε ένα στοιχειώδες μονοπάτι σκέψης.

Κάπου εδώ να διατυπώσω μια άποψη που δεν είναι ιδιαιτέρως δημοφιλής: Δεν πιστεύω ότι η αισθητική είναι (και ούτε θα έπρεπε να είναι) πλήρως υποκειμενική. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν διακριτά, αντικειμενικά κριτήρια μέσα από τα οποία διαχωρίζονται οι έννοιες του ωραίου και του άσχημου. Για αυτό το λόγο αν κάποιος σου πει ότι η Γεωργία Βασιλειάδου ήταν πιο όμορφη από τη Σκάρλετ Γιόχανσον δεν πρόκειται να του απαντήσεις «δε συμφωνώ αλλά οκέι, γούστα είναι αυτά». Ο τύπος δε θα έχει μια απλώς «διαφορετική οπτική», θα είναι βλαμμένος. Ή θα τρολλάρει. Και μη μου αρχίσετε τώρα τις παπαριές τύπου «ο έρωτας είναι τυφλός», «περί ορέξεως...», κλπ.

scarlvass
Ευτυχώς δεν είναι σεξισμός όταν συγκρίνεις μια γυναίκα με ένα σταφιδόψωμο

Φυσικά, ο βασικός παράγοντας που πρέπει να ζυγίσουμε για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα δεν είναι η αισθητική, αλλά η νομιμότητα. Γιατί θεωρούμε περισσότερο παράνομο το graffiti στο Πολυτεχνείο από αυτό στην πρόσοψη ενός απλού γυμνασίου στο κέντρο της Αθήνας. Απλή απάντηση κι εδώ: ο συμβολισμός του οικοδομήματος. Ένας γκραφιτάς που γνωρίζει τους δράστες δήλωσε –μεταξύ άλλων- στην Athens Voice: «Καλό θα ήταν να μην κρίνεις αρνητικά ό,τι δεν αντιλαμβάνεται η οπτική σου αντίληψη, υπάρχουν «ψυχές» που αντιδρούν με αυτό τον τρόπο σε αυτό το παγκόσμιο δράμα που λέγεται κρίση. Εσύ αντιδράς έτσι, ο άλλος αλλιώς». Από τα πιο ηλίθια επιχειρήματα που έχω ακούσει ποτέ. Προφανώς και ο συγκεκριμένος τρόπος εικαστικής παρέμβασης δύναται να εξυπηρετήσει ιδεολογικούς σκοπούς παρουσίασης πολιτικών «μηνυμάτων», αλλά ας μην το παρουσιάζουμε κιόλας σαν την απαρχή ενός επαναστατικού φιλοσοφικού ρεύματος, βγαλμένου από τις ονειρώξεις του Λένιν. Επίσης το «εσύ αντιδράς έτσι, ο άλλος αλλιώς» δε θα μπω καν στη διαδικασία να το σχολιάσω γιατί μπορεί να το επεκτείνω σε οδούς «ένοπλης αντίστασης».

society

Εμετικές πάντως ήταν και οι αντιδράσεις κάποιων αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων δημοσιογράφων που σε πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή δεν έχασαν την ευκαιρία να εξισώσουν τους γκραφιτάδες με τους τζιχαντιστές που καταστρέφουν τα αρχαία γλυπτά στη Μέση Ανατολή. Μα μια ζωή false equivalences ρε γαμώτο; Συγκρίνεις την ιστορική αξία των πολιτιστικών αριστουργημάτων που στέκονταν εκεί πάνω από 2.000 χρόνια με το μουτζούρωμα του Πολυτεχνείου, και τους φανατικούς ισλαμιστές με ένα μάτσο βάνδαλων ψευτοκαλλιτεχνών;

Και το ξαναλέω. Παντού υπάρχουν διαβαθμίσεις. Στην ομορφιά, την αγάπη, τη διασκέδαση, το έγκλημα. Προφανώς και αποδέχομαι χωρίς κανέναν αστερίσκο τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης. Θα ήμουν αφελής αν τον αρνιόμουν. Θεωρώ επίσης ότι οι υπεύθυνοι απέτυχαν και σε ιδεολογικό και σε καλλιτεχνικό επίπεδο (παρόλο που αισθητικά, δεν εμπίπτει στην κατηγορία του «αντικειμενικού» που αναλύθηκε παραπάνω). Παρόλα αυτά θα έπλεα σε πελάγη ευτυχίας αν το χειρότερο είδος εγκλημάτων που συντελούνταν στην Ελλάδα ήταν το graffiti. Και όχι, δεν αναπαράγω τη γνωστή ηλιθιότητα «εδώ οι άλλοι μας κλέβουν και μας στερούν τα όνειρα (μπλιαχ), αυτοί σε πείραξαν;». Σας έχω νέα: Με πειράζουν όλοι! Ουάου! Με πειράζουν κι οι τζιχαντιστές, κι ο Ξηρός, κι ο Πούτιν, κι οι χρυσαυγίτες, κι οι βιαστές κι οι δολοφόνοι κι οι καταχραστές κι οι γκραφιτάδες. Η μόνη λογική επιλογή όμως είναι να μη με ενοχλούν όλοι το ίδιο. Και ναι, αν αντί για graffiti είχαν γράψει «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» θα εκνευριζόμουν περισσότερο, ενώ αν την καλλιτεχνική επιμέλεια είχε αναλάβει ο Banksy, λιγότερο. Η ενόχληση όμως θα παρέμενε.