Σκεπτικισμός, μαθηματικά και ψυχολογία στον Διαφωτισμό

03-06-2015
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Ο Diderot, μετά από ένα σύντομο ορισμό του ντεϊστή, του σκεπτικιστή και του άθεου «ο ντεϊστής βεβαιώνει την ύπαρξη του θεού, την αθανασία της ψυχής και τα συνακόλουθά της, ο σκεπτικιστής δεν έχει πάρει καμιά απόφαση πάνω στα θέματα αυτά και ο άθεος τα αρνείται» [Diderot, Φιλοσοφική Σκέψη 23], δείχνει την προτίμησή του προς τον σκεπτικισμό, λέγοντας «ο σκεπτικισμός είναι το πρώτο βήμα προς την αλήθεια. Πρέπει να είναι καθολικός γιατί είναι η λυδία λίθος της» [Diderot, Φιλοσοφική Σκέψη 31] και «κινδυνεύουμε το ίδιο όταν έχουμε υπερβολικά μεγάλη πίστη και όταν έχουμε υπερβολικά λίγη… μόνο ο σκεπτικισμός μπορεί να εγγυηθεί προστασία, εξίσου, σε κάθε καιρό και σε κάθε τόπο, από τα δύο αυτά αντίθετα άκρα» [Diderot, Φιλοσοφική Σκέψη 33]. Ο σκεπτικισμός αυτός είναι ένα σημαντικό όπλο στα χέρια του Diderot για την αντιμετώπιση των επιθέσεων που του έγιναν ως υλιστή, απαντώντας τους ότι αδυνατούν να δουν τη συνέχεια ύλης και ζωής επειδή έχουν περιορισμένες αντιλήψεις τόσο για την φύση της ύλης όσο και για τη φύση του πνεύματος. Επίσης ακολουθεί σκεπτικιστική στάση για να μειώσει την αξία και τη σημασία που απέδιδαν στα μαθηματικά, όπως διαφαίνεται από τα παρακάτω:

«Γνωρίζουμε τάχα τι πράγμα είναι η ύλη; Καθόλου. Γνωρίζουμε τι πράγμα είναι το πνεύμα και η σκέψη; Ακόμη λιγότερο. Τι πράγμα είναι η κίνηση, η έκταση, η διάρκεια; Απολύτως όχι. Οι γεωμετρικές αλήθειες; Ρωτήστε τους ειλικρινείς μαθηματικούς, και θα σας ομολογήσουν ότι οι προτάσεις τους είναι όλες ίδιες, και ότι τόσοι και τόσοι τόμοι που έχουν γραφτεί για τον κύκλο, για παράδειγμα, περιορίζονται να μας επαναλάβουν με εκατό χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους, ότι είναι ένα σχήμα, στο οποίο όλες οι γραμμές που φέρονται από το κέντρο της περιφέρειας είναι μεταξύ τους ίσες. Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε, κι ωστόσο, πόσα κείμενα [δεν γράφτηκαν] των οποίων οι συγγραφείς υποστήριζαν όλοι ότι γνώριζαν κάτι;» [Diderot, Επιστολή για τους τυφλούς].

Ο Διαφωτισμός είναι πράγματι η εποχή των φώτων, η εποχή με την οποία ξεκινά μια νέα αντίληψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο, η αντίληψη ότι η εμπειρία επικουρούμενη από τον ορθό λόγο οδηγεί σε μια όλο και μεγαλύτερη αποσαφήνιση της φύσεως των πραγμάτων. Χαρακτηρίζεται συχνά ως η περίοδος του ορθού λόγου, ο οποίος έσκισε διαπαντός τα τελευταία απομεινάρια της αφηρημένης μεταφυσικής σκέψης, μιας σκέψης βασισμένης συχνά σε ιδέες που δεν αντιστοιχούσαν σε υπαρκτά αντικείμενα.

Δεν παύει όμως και ο Διαφωτισμός να είναι μια αρχή, μια μετάβαση. Ως αρχή παρουσιάζει φαινόμενα υπερβολής και ως μετάβαση φαινόμενα συντήρησης, αμφιταλάντευσης και σύνδεσης με το παλαιό. Στα πλαίσια της υπερβολής εξηγείται η εμπάθεια πολλών διανοητών του Διαφωτισμού με τα μαθηματικά, συσχετίζοντάς τα, τις περισσότερες φορές άδικα, με τον στείρα, από την άποψη των πρακτικών αποτελεσμάτων, μεταφυσικό σχολαστικισμό. Στα πλαίσια της συντήρησης εξηγείται ο διφορούμενος χαρακτήρας των λόγων αυτής της εποχής, ένας λόγος που ταλαντεύεται οντολογικά μεταξύ του ντεϊσμού και του υλισμού με ενδιάμεσο τον σκεπτικισμό.

Κατά τη γνώμη μου μια από τις μεγαλύτερες προσφορές του Διαφωτισμού ήταν η απόπειρα διατύπωσης μιας νέας θεώρησης για τη φύση των νοητικών και ψυχικών λειτουργιών του ανθρώπου. Η καρτεσιανή διάκριση ύλης και νου είχε προσφέρει αρκετά στην επιστήμη, αφήνοντας ελεύθερη προς έρευνα την περιοχή των εκτατών φαινομένων αλλά είχε φτάσει στα όριά της. Φαινόμενα, όπως η αντίληψη, η μνήμη, η συναίσθηση και η συνείδηση απαιτούσαν και αυτά επιστημονική διευθέτηση και κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο με την εμπειρική εξέταση των ψυχικών φαινομένων, κατ’ αναλογία με την εμπειρική εξέταση των βιολογικών φαινομένων. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση ενός νέου επιστημονικού κλάδου, της ψυχολογίας, που είχε ως αντικείμενο τη μελέτη των ψυχικών λειτουργιών, με βάση όχι μεταφυσικές δοξασίες αλλά την ίδια την εμπειρία. Θεμελιωτής της είναι ο Condillac, ένας διανοούμενος του Διαφωτισμού, όχι τόσο γνωστός όσο οι κορυφαίοι Voltaire, Condorcet, Diderot και d’Alembert.

Ο Etienne Bonnot de Condillac (1714-1780) γεννήθηκε στην Grenoble και ανήκε σε μια οικογένεια δικηγόρων. Πήρε το όνομα Condillac από ένα κτήμα που κληρονόμησε με τον θάνατο του πατέρα του. Ο Rousseau ήταν δάσκαλος του μεγαλύτερου αδελφού του και από αυτό το γεγονός προέκυψε η φιλία των δύο ανδρών. Χρίσθηκε ιερέας το 1741, αλλά φαίνεται ότι δεν εξάσκησε το ιερατικό λειτούργημα. Ο κύκλος του στο Παρίσι περιελάμβανε τους εγκυκλοπαιδιστές Diderot και d’Alembert. Αν και δεν υπάρχουν μαρτυρίες για άμεση συνεισφορά του στα άρθρα της περίφημης Εγκυκλοπαίδειας των Diderot, d’Alembert (Encyclopedie), μερικά από τα λήμματά της περιγράφονται από κείμενα που βρίσκονται πολύ κοντά στα γραπτά του.

Η θεωρία του σχετικά με την πηγή της γνώσης παρουσιάζεται στο έργο του Πραγματεία περί των αισθήσεων το 1754, όπου αναλύει τα πρώτα δεδομένα της νοητικής εμπειρίας. Σχηματοποιεί τη θεωρία του παραλληλίζοντας τον άνθρωπο με ένα άγαλμα, το οποίο, αδρανές αρχικά, υποτίθεται ότι αποκτά, μία προς μία, όλες τις αισθήσεις, από την πιο στοιχειώδη, την όσφρηση, μέχρι την πιο πολύπλοκη, κατά τη γνώμη του, την αφή. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιεί το νοητικό πείραμα ενός αδρανούς όντος, εν είδει αγάλματος, μπροστά στο οποίο παρουσιάζεται ένα τριαντάφυλλο. Το άγαλμα αρχικά, μη έχοντας καταστεί ακόμη παρατηρητής, ταυτίζεται με τη μυρωδιά του τριαντάφυλλου. Βαθμιαία, μετά από την έκθεση του σε πολλά και ποικίλα ερεθίσματα, ο νους του, αρχικά παρθένος χωρίς καμία έμφυτη ιδέα ή ενσωματωμένη ικανότητα (εδώ βλέπουμε την καθοριστική επίδραση του Locke), αποκτά την πλήρη κλίμακα των νοητικών του λειτουργιών. Πώς όμως φτάνει στο κρίσιμο σημείο διάκρισης του εαυτού του από το περιβάλλον; Μέσω της αίσθησης της αφής. Αν το άγαλμα-όν αγγίζει τον εαυτό του, υπάρχουν δύο αισθήματα πίεσης. Αν αγγίζει κάτι άλλο, υπάρχει μόνο ένα. Το γεγονός αυτό το οδηγεί στην πεποίθηση της ανεξάρτητης παρουσίας του εξωτερικού κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο, η διάκριση εσωτερικού και εξωτερικού, που στον Locke θεμελιωνόταν μέσα από τον δυισμό αίσθησης και στοχασμού, στον Condillac είναι αποτέλεσμα καθαρής εμπειρίας.

Στη συνέχεια ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή εκ μέρους του της διαμόρφωσης των διαφόρων νοητικών λειτουργιών του ανθρώπου. Από τη στιγμή που διαθέτει όλες τις αισθήσεις έχει μια ολοκληρωμένη νοητική ζωή. Από την αίσθηση πηγάζουν όλες οι ικανότητες της κατανόησης. Η προσοχή δεν είναι παρά μια εκλεκτική αίσθηση. Όταν το αντικείμενο είναι παρόν η εντύπωση καλείται πραγματική αίσθηση. Η εντύπωση που διατηρείται ακόμη και μετά την εξαφάνιση του αντικειμένου καλείται μνήμη. Η σύγκριση δεν είναι παρά διπλή αίσθηση. Δεν μπορούμε όμως να συγκρίνουμε δύο αντικείμενα ή να αντιληφθούμε δύο αισθήσεις χωρίς να επισημάνουμε την ομοιότητα ή την ανομοιότητά τους. Η αντίληψη όμως ομοιοτήτων ή διαφορών είναι η κρίση. Ο ορθός λόγος είναι η απόσπαση μιας κρίσης από μια άλλη κρίση μέσα στην οποία περιεχόταν. Επιπλέον, κάθε αίσθηση έχει ουσιώδη επίδραση, είναι δηλαδή ευχάριστη ή επίπονη. Υπό αυτήν την οπτική αποτελεί την πηγή των ενεργών μας ικανοτήτων. Ανάγκη είναι ο πόνος που προέρχεται από την ιδιοποίηση ενός αντικειμένου. Η ανάγκη κατευθύνει όλες μας τις ενέργειες προς το συγκεκριμένο αντικείμενο. Αυτή η κατεύθυνση είναι η λεγόμενη επιθυμία. Θέληση δεν είναι τίποτε άλλο από την απόλυτη επιθυμία, μια επιθυμία πιο ενεργητική και μόνιμη μέσω της ελπίδας. Αυτό που αποκαλούμε ουσία δεν είναι παρά το σύνολο των αισθήσεων. Αυτό που αποκαλούμε εγώ δεν είναι παρά το σύνολο των δικών μας αισθήσεων. Υπάρχει πίσω από αυτά κάτι που να τα στηρίζει; Δεν γνωρίζουμε. Εκφράζουμε και συνοψίζουμε τις αισθήσεις μας μέσω των λέξεων. Δίνουμε το ίδιο όνομα σε κάποιο αυτοτελές αντικείμενο, όταν το κρίνουμε ίδιο με κάποιο άλλο. Αυτό το όνομα είναι η λεγόμενη γενική ιδέα. Μέσω αυτών των γενικών ιδεών και ονομάτων τακτοποιούμε την γνώση [Catholic Encyclopedia].

Ακόμη είναι πολύ ενδιαφέρουσα είναι η περιγραφή που δίνει στην Πραγματεία περί συστημάτων για τη σημασία της εναλλαγής των αισθημάτων της ευχαρίστησης και του πόνου :

«Αν η ζωή του ανθρώπου δεν ήταν παρά μια αδιάκοπη αίσθηση ευχαρίστησης ή πόνου, και ο άνθρωπος ήταν ευχαριστημένος στη μια περίπτωση χωρίς καμιά ιδέα δυστυχίας, δυστυχισμένος στην άλλη χωρίς καμιά ιδέα ευτυχίας, θα είχε ζήσει απολαμβάνοντας ή υποφέροντας. Και αν ήταν τέτοια η φύση του, δεν θα είχε διόλου κοιτάξει γύρω του, για να ανακαλύψει αν κάποιο όν επαγρυπνούσε για τη διατήρησή του ή εργαζόταν για να τον βλάψει. Είναι ακριβώς αυτό το εναλλάξ πέρασμα από τη μια στην άλλη κατάσταση, που τον έκανε να στοχαστεί [Diderot, Επιστολή για τους τυφλούς].

Αναφορές

Diderot, ‘Το όνειρο του d’Alembert και άλλα κείμενα’, Φιλοσοφική Σκέψη 23, Εκδ. Ζήτρος, 1998

Catholic Encyclopedia : Condillac