Ορθολογισμός, Γνώση και Δοξασία στην Αρχαία Ελλάδα

06-05-2015
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Ένα από τα ανοικτά ζητήματα της φιλοσοφίας είναι αν υπάρχει αντικειμενική γνώση της πραγματικότητας ή αντίθετα η γνώση είναι συνάρτηση του υποκειμένου που την παράγει.

Το ζήτημα αυτό απασχόλησε εντονότατα την ελληνική σκέψη, ήδη από την περίοδο των προσωκρατικών φιλοσόφων, και πήραν θέση πολλοί, μεταξύ των οποίων ο Γοργίας, ο Ηράκλειτος, ο Θαλής, ο Αναξιμένης, ο Πρωταγόρας, ο Δημόκριτος, ο Σωκράτης/Πλάτωνας, οι σκεπτικοί με τον Πύρρωνα, και τέλος οι Πλατωνικοί της μέσης περιόδου με τον Καρνεάδη.

Πρόκειται για κάτι θεμελιώδες για την φιλοσοφικο-επιστημονική ελληνική σκέψη, καθώς όλη η προσπάθεια των Ελλήνων επικεντρωνόταν στο να συλλάβουν το νόημα της πραγματικότητας, μέσα από την ανεύρεση των αιτιακών συνδέσεων των πραγμάτων. Μιλώντας όμως για νόημα της πραγματικότητας, πάντοτε εννοούσαν ένα νόημα με αντικειμενική εμβέλεια, αλλιώς θα μιλούσαν για προσωπικές απόψεις και αντιλήψεις.

Δεν τοποθέτησα τυχαία τον Γοργία σαν πρώτο κρίκο αυτής της αλυσίδας στοχαστών, καθώς είναι εκείνος ο οποίος μέσα από την τριπλή δήλωσή του για τη φύση της πραγματικότητας, χρωμάτισε την κατάσταση με τον σκοτεινότερο δυνατό τρόπο, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους επιγενόμενους να βρουν θέσεις και επιχειρήματα ικανά να στηρίξουν τις δικές τους θεωρίες. Είπε, όπως έχουμε δει σε προηγούμενο άρθρο, ότι το όν δεν υπάρχει, δηλαδή τίποτε από ό,τι σκεπτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε δεν υπάρχει. Αλλά ακόμη και αν υπήρχε δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίσουμε. Αλλά ακόμη και να μπορούσαμε να το γνωρίσουμε δεν θα μπορούσαμε να κοινωνήσουμε τη γνώση μας με τους άλλους. Η θέση του Γοργία είναι καθαρή. Ακόμη και να είναι δυνατή η γνώση, δεν κοινωνείται μεταξύ των ανθρώπων, οπότε το ζήτημα της αντικειμενικότητας ή της υποκειμενικότητάς της δεν τίθεται καν.

Ο Ηράκλειτος είναι στον ακριβώς αντίθετο πόλο. Αν και είναι πιο γνωστός από την κοσμολογία του και την προέλευση των πάντων από το πυρ, το σημαντικότερο και βαθύτερο μέρος της φιλοσοφίας του αφορά τον λόγο, μια έννοια πολυσήμαντη και πολύ δύσκολο να τη συλλάβει κανείς σε όλη της την έκταση. Για τον Ηράκλειτο ο λόγος υπάρχει και είναι κοινός, δηλαδή όλοι οι άνθρωποι, αν εμβαθύνουν μπορούν να τον συλλάβουν με τον ίδιο τρόπο, μπορούν δηλαδή να καταλάβουν την βαθύτερη φύση των πραγμάτων, η οποία είναι ανεξάρτητη από την οδό προσέγγισης. Είναι αυτό που την ίδια εποχή περιγράφει ο Πυθαγόρας ως αριθμούς και αργότερα ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ως ιδέες. Ο λόγος, οι αριθμοί, οι ιδέες υπάρχουν πέρα από τον άνθρωπο και η γνώση για αυτά είναι αντικειμενική. Ένας ολόκληρος κλάδος, οι μαθηματικοί, υποστηρίζουν μέχρι σήμερα αυτή τη θέση, ότι οι μαθηματικές αλήθειες είναι ανεξάρτητες από τον ανθρώπινο νου και απλά ο άνθρωπος τις ανακαλύπτει, δεν τις κατασκευάζει. Και είναι η ίδια αντίληψη που κυριάρχησε στην Αναγέννηση και την Επιστημονική Επανάσταση, κυρίως στον Γαλιλαίο, σύμφωνα με την οποία όλη η δομή του κόσμου (και οι φυσικοί νόμοι που την συγκροτούν) είναι μαθηματική, οπότε οι αποκαλούμενοι τότε φυσικοί φιλόσοφοι και αργότερα φυσικοί επιστήμονες αγωνίζονται να την καταλάβουν μέσω του ορθού λόγου και της εμπειρίας. Όλη η σύγχρονη επιστημονική κοινότητα παραδέχεται, ακόμη και να μην το αναφέρει ρητά, ότι ο κόσμος υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο, και ο άνθρωπος, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εργαλεία μπορεί να αποκαλύψει τη δομή και τη λειτουργία του. Η ερευνητική αυτή στάση πρωτοεμφανίζεται στην αρχαία Ιωνία με τον Θαλή και τον Αναξιμένη, παρουσιάζοντας τις πρώτες θεωρίες για την προέλευση του υλικού σύμπαντος από μια συγκεκριμένη υλική αρχή, το νερό ή τον αέρα αντίστοιχα. Τόσο ο Θαλής όσο και ο Αναξιμένης πίστευαν ότι αυτή είναι η εξήγηση της δημιουργίας του κόσμου και όχι μια άποψη που η ισχύς της περιοριζόταν στα όρια του μυαλού τους.

Δεν έπαυε όμως να υπάρχει στην αρχαιοελληνική σκέψη και η εντελώς αντίθετη άποψη: κάτι είναι αληθές επειδή απλά και μόνο έτσι φαίνεται (δοκεί) σε αυτόν που την πιστεύει και την υποστηρίζει. Την αντίληψη αυτή περί αληθούς ονομάζει ο Πλάτωνας δόξα (δοξασία) σε αντιδιαστολή με τη γνώση. Ο προπάτορας αυτής της άποψης, είναι ο Πρωταγόρας, μέσα από την πασίγνωστη φράση του "πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος", δηλαδή η δήλωση για την αλήθεια ενός πράγματος δεν πρέπει ποτέ να αποσυνδέεται από το πρόσωπο που την εκθέτει.. Δεν είναι σωστό να διακρίνουμε τη γνώση από τον γνωρίζοντα, καθώς η γνώση είναι πάντοτε μια δόξα (δοξασία), μια οπτική του συγκεκριμένου ανθρώπου, επηρεασμένη από τις συγκεκριμένες συνθήκες αλλά και την ψυχο-πνευματική διάθεση του τη στιγμή εκείνη. Διατεινόταν ο Πρωταγόρας, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ότι κάθε αντίληψη είναι αληθής, εφόσον το υποκείμενο που την εκθέτει την θεωρεί αληθινή. Μια τέτοια ακραία θέση, που είναι πιθανό να παρουσιάζεται από τον Πλάτωνα πιο μεγεθυμένη απ’ όσο πραγματικά ήταν, πολύ εύκολα καταλήγει σε αντιφάσεις και αυτοδιαψεύσεις. Εκτίθεται λεπτομερειακά και πολύ ζωντανά στον Πλατωνικό «Θεαίτητο», όπου ο Σωκράτης επιχειρεί, μαζί με τους συνομιλητές του, να ορίσει τι είναι γνώση. Ας θεωρήσουμε δυο άτομα τον Α και τον Β, εκ των οποίων ο Β είναι οπαδός του Πρωταγόρα. Ας υποθέσουμε ότι ο Α θεωρεί ότι "αυτά που πιστεύει ο Β είναι λάθος". Τότε ο Β, οπαδός της σχετικιστικής θέσης ότι κάθε γνώση είναι αληθινή εφόσον θεωρείται αληθινή από τον εκφραστή της, οφείλει να παραδεχτεί ως ορθή και τη θέση του Α. Πρέπει επομένως ο Β, ως συνεπής σχετικιστής, να παραδεχτεί ότι οι σχετικιστικές του αντιλήψεις είναι λάθος.

Ο Δημόκριτος, όπως και οι σκεπτικοί αργότερα, θέτει το ζήτημα σε άλλη βάση. Είναι αδύνατο, υποστηρίζει, να φτάσει ο άνθρωπος στον βυθό της αλήθειας. Παρόμοια, όπως είδαμε και στο σχετικό άρθρο για τους σκεπτικούς, και οι σκεπτικοί με τον Πύρρωνα, δεν πιστεύουν ότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να βρει την αλήθεια των πραγμάτων και συνιστά μια ψύχραιμη απόσταση (εποχή) από τα πράγματα. Και βέβαια η στάση αυτή έφτασε στο έσχατο σκεπτικιστικό επίπεδο με τον Καρνεάδη, ο οποίος υποστήριζε, όπως είδαμε, ότι τα πράγματα είναι ακόμη πιο τραγικά, γιατί ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει την αλήθεια, αλλά να μη γνωρίζει ότι τη γνωρίζει. Οπότε και πάλι, τι νόημα έχει να μιλήσει κανείς για αντικειμενική ή υποκειμενική γνώση, όταν δεν μπορεί καν να φτάσει στη γνώση.

Στη συνέχεια η γνώση αποκτά άλλη μορφή και λειτουργικότητα, καθώς συνδυάζεται με τη θεία αποκάλυψη. Δυο αιώνες πριν την εμφάνιση της πιο διαδεδομένης σωτηριολογικής κοσμοθεωρίας, της χριστιανικής, είχαν ήδη οι άνθρωποι ανοιχτεί σε μεγάλο βαθμό στη μυστηριακή προσέγγιση του κόσμου. Πολλοί ιστορικοί των ιδεών συνδυάζουν αυτή τη στροφή με τη ρευστότητα των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών και την αδυναμία σχεδιασμού ενός ορθολογικού πλάνου ζωής. Βέβαια, όπως έχει δείξει σε πολλά βιβλία του ο Dodds, οι Έλληνες ακόμη και κατά την περίοδο της ακμής τους είχαν πάντοτε μια πλευρά τους στραμμένη στο μυστηριακό, επιτυγχάνοντας μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στο ορθολογικό και το μυστικιστικό, την επιστήμη και τον μύθο. Μετά όμως από το 200 π.Χ., η ισορροπία ανατρέπεται για την πλατιά μάζα των ανθρώπων, καθώς οι μυστηριακές θρησκείες της Ίσιδας και του Μίθρα κερδίζουν όλο και περισσότερους πιστούς στην ελληνική επικράτεια. Το έδαφος ήταν πλέον γόνιμο για την διάδοση των θρησκευτικών πρακτικών για τη σωτηρία της ψυχής, ενώ προηγουμένως το ζήτημα της μετά θάνατο επιβίωσης αντιμετωπιζόταν, ακόμη και αυτό, μέσα από το φίλτρο του ορθού λόγου. Τότε αρχίζει να εδραιώνεται στη μεγάλη μάζα των ανθρώπων μια νέα προσέγγιση προς την αλήθεια. Ο άνθρωπος δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να συλλάβει με τις δικές του δυνάμεις τη φύση του  κόσμου και της ψυχής και έτσι αφήνεται στη χάρη του θεού, η οποία του την αποκαλύπτει. Η αποκάλυψη της αλήθειας γίνεται από τον θεό, ενώ ο άνθρωπος αρκείται στο να διαπλάθει την ηθική του προσωπικότητα.

Αυτή η νέου τύπου γνώση οδηγεί πλέον τον άνθρωπο σε επικίνδυνα μονοπάτια. Όσο ήταν  αποδεκτή η δυνατότητα του ατόμου να επικοινωνήσει προσωπικά με το θείο, όπως συνέβαινε κατεξοχήν με τους νεοπλατωνικούς, τους γνωστικούς και τους καμπαλιστές, παρέμενε ακόμη  ένας βαθμός ελευθερίας του ανθρώπου να καθορίζει την προσωπική του μοίρα. Γρήγορα όμως ήρθαν στο προσκήνιο εκείνοι που, εκμεταλλευόμενοι τις μεταφυσικές ανάγκες των ανθρώπων, σκέφτηκαν την ιδέα να πλασαριστούν ως οι εκλεκτοί μεσάζοντες θεού και ανθρώπου, δημιουργώντας τις επίσημες θρησκείες και τα ιερατεία που αποστράγγισαν και την τελευταία ικμάδα του ορθού λόγου από τον άνθρωπο. Η τελευταία πράξη του δράματος ήταν το κλείσιμο της Νεοπλατωνικής Σχολής από τον Ιουστινιανό το 529 μ.Χ..

Κάποιοι στοχαστές από τον χώρο του Χριστιανισμού, σαν τον Ιουστίνο, τον Γρηγόριο Νύσση, τον Αυγουστίνο, τον Ωριγένη και τον ψευδο-Αρεοπαγίτη, κατάφεραν να κρατήσουν τη δάδα της γνώσης αναμμένη, μέχρις ότου οι αρχαίες δοξασίες και η πλατωνική γνώση έρθουν και πάλι στο προσκήνιο με την Αναγέννηση.