Αλχημεία: Επιστήμη ή ανοησία;

26-11-2014
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Η αλχημεία εμφανίζεται ανεξάρτητα στην Κίνα, την Ινδία και την ελληνιστική Μεσόγειο. Στην Ινδία είχε ως κύριο αντικείμενο την μετατροπή αγενών μετάλλων σε χρυσό, στην Κίνα την αναζήτηση του ελιξίριου της ζωής, ενώ στη Μεσόγειο και κυρίως στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια είχε την πιο πολυδιάστατη έκφραση. Σ' αυτήν, την ελληνιστική αλχημεία, θα επικεντρωθούμε, γιατί αφενός είναι συναρτημένη με την ελληνική φιλοσοφία και σκέψη σε συνδυασμό με καββαλιστικές, ερμητικές και γνωστικιστικές ιδέες και αφετέρου είναι αυτή η οποία μετεξελίσσεται τον 18ο αιώνα στη σύγχρονη χημεία.

Η ελληνιστική αλχημεία αναφαίνεται μέσα από μια σειρά κειμένων του 4ου αιώνα, κυρίως του Ζώσιμου του Πανοπολίτη, κάποια αποσπάσματα της Χρυσοποιίας της λεγόμενης Κλεοπάτρας και κάποιες φράσεις της Μαρίας της Εβραίας. Τα κείμενα αυτά είναι πολυσήμαντα και πολυεπίπεδα, καθώς από τη μια προσφέρουν τα πρώτα σπέρματα της γνώσης των μετάλλων ως συνθέσεων των 4 στοιχείων της φύσης (γης, ύδατος, αέρα και πυρός) και των μετασχηματισμών τους από το ένα στο άλλο, και από την άλλη μιλούν αλληγορικά για την αλληλεπίδραση των ψυχικών δυνάμεων με σκοπό την εσωτερική επίτευξη της πολυπόθητης αρμονίας και ευδαιμονίας, του αιωνίως ζητουμένου της ελληνικής σκέψης. Τα κείμενα αυτά σήμερα φαντάζουν ανόητα ή φλύαρα ή πολύπλοκα, αλλά σε όσους γνωρίζουν να διεισδύουν αποτελούν κλειδιά για την κατανόηση της ψυχικής ζωής, η οποία ανεξαρτήτως ιστορικών συνθηκών, παραμένει στο βάθος πάντα η ίδια, σκοτεινή και δυσερμήνευτη.

Η παρατήρηση της ψυχικής μας ζωής αποτελεί το πρώτιστο πεδίο αναζήτησης και αποκρυπτογράφησης, εφόσον συμμεριζόμαστε τη δελφική και σωκρατική αρχή: "γνώρισε τον εαυτό σου και τότε θα γνωρίσεις το σύμπαν και τους θεούς". Από τους σύγχρονους ψυχαναλυτές ο Carl Jung θεώρησε τα αλχημικά κείμενα της ελληνιστικής περιόδου αλλά και την αλχημεία του μεσαίωνα, όπως αποτυπώνεται στο ‘Rosarium Philosophorum’, πολύτιμο υλικό για την εξιχνίαση του ασυνείδητου και την ανάδυση του στο συνειδητό, παράλληλα με την μετουσίωση των αγενών μετάλλων σε χρυσό. Υπό αυτή τη λογική η αλχημεία μπορεί να μην είναι μια ακριβής επιστήμη των στοιχείων της φύσης, αλλά είναι ένα ψυχαναλυτικό βοήθημα για τη μελέτη της ψυχής και την πορεία εκλέπτυνσης και συνειδητοποίησης της. Στο βαθμό λοιπόν που η ψυχανάλυση είναι επιστήμη, σε αντίστοιχο βαθμό είναι επιστημονικά εργαλεία και τα δυσπρόσιτα αυτά αλχημικά κείμενα.

Μήπως όμως η αλχημεία μπορεί επιπλέον να θεωρηθεί σε κάποια περίοδο της ακμής της ως καθαρή επιστήμη, με την έννοια ότι, ανεξάρτητα από τις προτάσεις της που διατείνεται ότι περιγράφουν τη φύση των μετάλλων και των λίθων, ακολουθεί επιστημονικές μεθοδολογικές αρχές; Η αλχημεία φτάνει στην κορύφωση της αποδοχής της με τον Παράκελσο στις αρχές του 15ου αιώνα. Ο Παράκελσος, ένας ιδιόρρυθμος Ελβετός γιατρός και αλχημιστής που ήρθε σε σύγκρουση με τις κατεστημένες γνώσεις της εποχής του και κυρίως τον Αριστοτέλη και τον Γαληνό, έφερε μια επανάσταση στην αλχημική θεωρία, προσθέτοντας μια τρίτη αρχή, το άλας, στις δύο παραδοσιακές αλχημικές αρχές, το θείο και τον υδράργυρο. Επίσης προσανατόλισε τις έρευνες του στην αποτελεσματικότητα των ορυκτών ουσιών στις θεραπείες των ανθρώπινων ασθενειών, θεωρώντας την αλχημική μετουσίωση σε χρυσό ως ελάσσονος σημασίας σε σχέση με την αντιμετώπιση των χρόνιων καθημερινών προβλημάτων. Οι επιτυχίες του είναι καταγραμμένες ιστορικά και όντως η ζήτηση του ως γιατρού και θεραπευτή ήταν παροιμιώδης. Πού οφείλεται άραγε αυτή η αποτελεσματικότητα των παρακελσιανών ουσιών;  Ποιες ήταν οι θεμελιώδεις αρχές της θεωρίας και της πρακτικής του; Έχουν αυτές οι αρχές τίποτα κοινό με τη σημερινές απόψεις και θεωρίες; Ο Παράκελσος πίστευε απόλυτα στην αλληλεξάρτηση των ιδιοτήτων όλων των πραγμάτων της φύσης και κυρίως των ανθρώπινων οργάνων, των ορυκτών λίθων και μετάλλων και της θέσης των πλανητών τη στιγμή παρασκευής και χρήσης των φαρμάκων του. Επίσης θεωρούσε ότι το όμοιο θεραπεύεται με το όμοιο, βάση επίσης της σύγχρονης ομοιοπαθητικής. Η σύνθεση των φαρμάκων του δεν είναι γνωστή, ώστε να κριθεί σε αντιπαράθεση με τα σημερινά δεδομένα, μπορούμε όμως να εξετάσουμε τις μεθοδολογικές αρχές του, ώστε να αποφανθούμε για την επιστημονικότητα ή μη της θεωρίας του.

Η βασική του πίστη στη χρονική σημασία της παρασκευής και της λήψης του φαρμάκου με βάση τη σχέση του προβληματικού οργάνου τόσο με τη συγκεκριμένη φαρμακευτική ορυκτή ουσία όσο και με την σχετική θέση των συναρτημένων κατά τη γνώμη του ουρανίων σωμάτων φαίνεται πλέον αφελής ή τουλάχιστον ενδεικτική ενός προ-επιστημονικού ή ακόμη και αντι-επιστημονικού πλαισίου. Είχε θεμελιώσει ο Παράκελσος μια ολόκληρη θεωρία αντιστοιχιών οργάνων, μετάλλων και πλανητών, την οποία όμως δεν πίστευε τυφλά αλλά αντίθετα δοκίμαζε συνεχώς την αξιοπιστία της, ελέγχοντας την θεραπευτική αποτελεσματικότητα των φαρμακευτικών του ουσιών. Οι ουσίες αυτές αποδείχθηκαν θαυματουργές εκεί που οι υπόλοιποι γιατροί αποτύγχαναν παταγωδώς. Εφόσον λοιπόν δεν κρατούσε τη θεωρία του απρόσβλητη στα βιβλία αλλά την έθετε σε εφαρμογή και έλεγχε διαρκώς την αλήθεια και την αποτελεσματικότητα της, ακολουθούσε πέρα ως πέρα επιστημονική μεθοδολογία. Η μεθοδολογία αυτή που βασίζεται κατ’ εξοχήν στη παρατήρηση και το πείραμα, έφτασε στο απόγειο της με τον Νεύτωνα και είναι το κύριο κριτήριο για να χαρακτηρίσουμε την Παρακελσιανή αλχημεία ως επιστημονική θεωρία, χωρίς να παρασυρόμαστε από το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο και τις ριζικά διαφορετικές απόψεις που κυριαρχούσαν τότε σε σχέση με σήμερα.

Η επιστημονικότητα άλλωστε της αλχημείας υποστηρίζεται και από δυο ακόμη ενδείξεις: κατά πρώτο τις αλχημικές ιδέες βασικών θεμελιωτών της σύγχρονης χημείας όπως ο Robert Boyle και κατά δεύτερο τη μεγάλη αξία της αλχημικής μετουσίωσης ως πρότυπου για τη χημική αντίδραση, όπου διάφορες χημικές ενώσεις μετατρέπονται σε άλλες κάτω από την αμοιβαία τους αλληλεπίδραση.

Μη βιαστείτε λοιπόν να κρίνετε μια θεωρία ως επιστημονική ή αντι-επιστημονική με βάση τις κοινές καθημερινές σας αντιλήψεις, αλλά μόνο με βάση την επαλήθευση της από τις παρατηρήσεις και τα σχεδιασμένα πειράματα. Εφόσον η Παρακελσιανή θεωρία είχε επιτυχίες στην αντιμετώπιση ανίατων μέχρι τότε ασθενειών, πώς μπορεί κάποιος να αρνηθεί την επιστημονικότητα της κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο που αναπτύχθηκε; Για σκεφτείτε φυσικούς νόμους που ενώ σήμερα είναι απόλυτα αποδεκτοί κατηγορήθηκαν ως ανόητες φαντασιώσεις τη στιγμή που διατυπώθηκαν. Η επίδραση της βαρύτητας, για παράδειγμα,  μεταξύ δυο οποιωνδήποτε μαζών μέσα από τον κενό χώρο, χωρίς να μεσολαβεί ανάμεσα τους το παραμικρό συνδετικό υλικό, που πρότεινε ο Νεύτωνας, θεωρήθηκε αρχικά ως ανάξια λόγου και απασχόλησης μαζί της, κατατάσσοντας την ως μαγική αντίθετα από τις μηχανιστικές ορθολογικές θεωρίες Καρτεσιανού τύπου που ήταν τότε της μόδας. Ο νόμος όμως αυτός της βαρυτικής έλξης άντεξε και ισχύει μέχρι σήμερα γιατί είχε καθολική εμβέλεια και μεγάλη προβλεπτική ισχύ, δεν παρουσιάστηκε δηλαδή κάποιο συμβάν ως τώρα που να τον διαψεύδει. Αντίστοιχα η θεωρία της ειδικής σχετικότητας του Einstein που έφερε σε αλληλεξάρτηση χώρο και χρόνο με αποτέλεσμα η ροή του χρόνου να είναι αργότερη στα ταχέως κινούμενα σώματα, ισχύει αδιαμφισβήτητα παρότι φαίνεται αδιανόητη στον κάθε άνθρωπο. Και ισχύει καθώς επαληθεύτηκε πλήρως στα εργαστήρια σωματιδίων υψηλών ενεργειών.