Το να μας ψεκάζουν είναι η αισιόδοξη εκδοχή

02-03-2015
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Πριν από ενάμιση χρόνο ο συριακός εμφύλιος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Ο Άσαντ θέλοντας να πλήξει ανεπανόρθωτα τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις έριξε χημικά που κόστισαν τη ζωή εκατοντάδων αμάχων. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για προβοκάτσια και έριξε το μπαλάκι στους αντάρτες. Η διεθνής κοινότητα έσκισε τα καλσόν της για μια ακόμα φορά και οι εξελίξεις συνέκλιναν στο ότι υπήρχαν αρκετές πιθανότητες για μια ακόμα επέμβαση των Αμερικάνων. Ως γνωστών κάτι τέτοιο δεν έγινε.

Τις επόμενες εβδομάδες στις Η.Π.Α. διεξήχθησαν πολλές σφυγμομετρήσεις στις οποίες οι Αμερικάνοι πολίτες καλούνταν να τοποθετηθούν στο ζήτημα και να εκφράσουν την άποψή τους για το αν θα υποστήριζαν μια «στρατιωτικού τύπου» απάντηση από τη χώρα τους. Σε μια από τις έρευνες το κοινό έδειξε διχασμένο με τα αποτελέσματα να κυμαίνονται -περίπου- σε 50%-50%.

Εξ αφορμής του παραπάνω γεγονότος, μια ελληνική σατιρική ραδιοφωνική εκπομπή έστειλε τον «ανταποκριτή» της στους δρόμους της Αθήνας για να ζητήσει από τους περαστικούς να σχολιάσουν τα αποτελέσματα της εν λόγω δημοσκόπησης. Ποια ήταν όμως όλη η ουσία αυτών των μίνι-συνεντεύξεων και η ιδιοφυής ιδέα των συντελεστών της εκπομπής; Η ερώτηση –παρότι στην ουσία της παρέμενε ολόιδια- διατυπωνόταν με διαφορετικό τρόπο. Σε κάποιους υποβαλλόταν ως «σε μια πρόσφατη έρευνα, οι μισοί Αμερικάνοι τάσσονται υπέρ μιας επέμβασης της χώρας τους στη Συρία – τι έχετε να πείτε για αυτό;», ενώ στους υπόλοιπους, το μόνο που άλλαζε ήταν το «υπέρ» και στη θέση του έμπαινε η λέξη «κατά». Στο τέλος οι ερωτηθέντες και των δύο κατηγοριών κατέθεταν τη γνώμη τους.

Οι απαντήσεις που δόθηκαν κατάφεραν να είναι τρομακτικές και απολαυστικές ταυτόχρονα. Οι ερωτηθέντες της πρώτης κατηγορίας έβγαζαν παρωχημένα λογύδρια για ηλίθιους αμερικάνους, πλανεμένους από τα διεφθαρμένα media και τις κυβερνήσεις τους, που είναι ανίκανοι να συλλάβουν τον πόνο και την αξιοπρέπεια των κατατρεγμένων λαών. Οι ερωτηθέντες της δεύτερης κατηγορίας από την άλλη εμφανίζονταν πιο διαλλακτικοί. Το ύφος των απαντήσεων τους ήταν εξίσου –αν όχι και περισσότερο- αυτάρεσκο αλλά ο πυρήνας διαφοροποιούνταν ριζικά. Μιλούσαν για πολίτες που επιτέλους «ξύπνησαν», που κατάλαβαν το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται και πάνε κόντρα στον ιμπεριαλισμό των ηγετών τους.

Ελπίζω να μην είμαι ο μόνος που συναρπάστηκε από τα ευρήματα του παραπάνω «πειράματος». Οι απαντήσεις άλλαζαν ανάλογα με το πώς χρωμάτιζε το ερώτημα ο ανταποκριτής. Τι κι αν αυτό παρέμενε κατ’ ουσίαν ολόιδιο. Τι κι αν τα ποσοστά των Αμερικάνων ήταν 50-50 και στις δύο περιπτώσεις. Ουδείς κατανόησε το τέχνασμα και έπεσαν όλοι με τα μούτρα στην παγίδα. Κάποιοι θα πουν ότι το συγκεκριμένο γεγονός αναδεικνύει με εμφατικό τρόπο τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς που εφαρμόζουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για να χειραγωγούν και να κατευθύνουν την κοινή γνώμη. Σε αυτό έχω να πω μόνο το εξής: Μακάρι να ισχύει. Δεν αστειεύομαι, δεν ειρωνεύομαι, δεν προβοκάρω. Το πιστεύω ολόψυχα. Αν ως ανθρώπινο είδος είμαστε τόσο αποβλακωμένοι που δε μπορούμε να εμβαθύνουμε στοιχειωδώς και να διακρίνουμε ακόμα και τις πιο ξεδιάντροπα έκδηλες λογικές πλάνες, τότε ναι, δε μας αξίζει σε καμία περίπτωση ούτε η ειλικρίνεια, ούτε η αντικειμενική ενημέρωση.

Αντί να γυρίσουν να του πουν «ναι ρε φίλε, οι μισοί. Οι άλλοι μισοί λένε το αντίθετο όμως. Για ποιο μισό θες να εκφέρω άποψη; Ή μήπως να σχολιάσω τον απόλυτο διχασμό τους;» έκαναν αυτό που ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα: Επικεντρώθηκαν στη βαρυσήμαντη ρητορεία τους.

Η ισχυρογνωμοσύνη (δε θα πω ξεροκεφαλιά) έχει ποικίλες εκφάνσεις. Η συνηθέστερη είναι να επιμένουμε να στηρίζουμε τα πιστεύω μας ακόμα κι όταν υπάρχουν ατράνταχτες αποδείξεις που θα έπρεπε να μας ωθούν στο αντίθετο. Για αυτό και κάποιοι μύθοι δεν ξεκολλούν εύκολα από το συλλογικό ασυνείδητο. Π.χ. οι περισσότεροι συμμερίζονται ακόμα τα ψευδή κλισέ περί των βασικών αιτιών της τρομοκρατίας. Τα γνωστά. Η φτώχεια, η έλλειψη μόρφωσης που οδηγεί στον εξτρεμισμό επειδή οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν έχουν μέλλον κλπ. Παρόλα αυτά έχει δημοσιευτεί ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός άρθρων και μελετών που επισημαίνουν ότι, στην πλειοψηφία τους, οι δράστες των τρομοκρατικών επιθέσεων δεν προέρχονται από άπορες οικογένειες και έχουν λάβει εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου! (Δύο ενδεικτικά παραδείγματα. Από το 2005, στο 2015). Ο λόγος που αναφέρομαι στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι επειδή δεν θέλω να υποδείξω πιο εξωφρενικές εμμονές σε παραμύθια (άρνηση κλιματικής αλλαγής/Θεωρίας της Εξέλιξης/Ολοκαυτώματος κλπ.) οι ακόλουθοι των οποίων είθισται να αποτελούν περιθωριοποιημένες μειοψηφίες.

Οι λόγοι της φαινομενικά παράλογης επιμονής (και εμμονής) μας είναι πολλοί. Τις περισσότερες φοβόμαστε ότι θα κατηγορηθούμε για «κωλοτούμπα» ή ότι θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε σημαντικές πτυχές της κοσμοθεωρίας μας. Για να επανέλθω όμως. Η περίπτωση των παραπάνω συνεντεύξεων εντάσσεται σε ένα πιο σπάνιο κι ενδιαφέρον «παρακλάδι» ισχυρογνωμοσύνης. Δε μιλάμε πια για την ανυποχώρητη στάση του ατόμου, αλλά για τις συνέπειες που προκύπτουν εξαιτίας της. Ποιες συνέπειες; Το στιγμιαίο «θόλωμα» του μυαλού και την αδυναμία εφαρμογής στοιχειώδους κριτικής ικανότητας. Ούτε κι εγώ ήθελα φυσικά να εισβάλουν τότε οι Αμερικάνοι στη Συρία. Το πάθος μας όμως να υποστηρίξουμε ή να κατακεραυνώσουμε όσους συμφωνούν ή διαφωνούν με την άποψή μας οδήγησε στο να μην αντιληφθούμε το ζουμί της ερώτησης, που δεν ήταν άλλο από τα ισομερή ποσοστά. Δε θέλω σε καμία περίπτωση να το παίξω υπεράνω, δέχομαι εξάλλου πλήρως το ρητό «η μεγαλύτερη προκατάληψη είναι να νομίζεις ότι δεν έχεις προκαταλήψεις» (αν και εδώ μιλάμε για εμμονές, αλλά καταλαβαίνετε). Όλοι νιώθουμε πολύ πιο άνετα στη ζεστασιά της φιλόξενης αγκαλιάς των πιστεύω μας και δε μας αρέσει να τα «ταρακουνάμε» και πολύ. Το ζήτημα όμως είναι να μην τα αφήνουμε να μας κυριεύουν καθώς τότε είναι που γινόμαστε τρωτοί, αποπροσανατολιζόμαστε και αρχίζουμε –αναπόφευκτα- να αποδίδουμε τα δεινά σε προπαγάνδες, «σκοτεινά κέντρα εξουσίας» και αεροψεκασμούς.