Σε ευρωπαϊκή δεξίωση με το φέσι μας

04-11-2014
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Το παρακάτω κέιμενο αποτελεί αναδημοσίευση του άρθρου με τίτλο "What crysis ρε μαλάκα; φέρε μια φασολάδα να τους κλάσουμε τ'αρχίδια" που δημοσιεύτηκε στο blog galomathisninja.blogspot.gr

O έλληνας ντυμένος με ακριβό κουστούμι καπνίζοντας ακριβό πούρο μπαίνοντας στα μεγάλα σαλόνια με τον αέρα ενός τσέλιγκα που έκανε μπάνιο για πρώτη φορά από το περασμένο Πάσχα, έφτασε στην δεξίωση. Όλοι τον κοιτάζουν αγχωμένοι… είναι η πρώτη δική τους δεξίωση που τον καλούν. Πρέπει να τον εντυπωσιάσουν. Εξάλλου αυτός πρώτος σκέφτηκε τις δεξιώσεις. Από τα γραπτά του, τα γλυπτά του, τα ποιήματα του τις έμαθαν, τις θαύμασαν, τις ζήλεψαν τις πήραν, τις ανέδειξαν, τις βελτίωσαν και τις εξέλιξαν και περίμεναν αυτή την στιγμή για να το επιβεβαιώσουν. Να είναι σίγουροι πως είναι συνεχιστές και όχι αντιγραφείς. Όλοι τους (σχεδόν) θεωρούσαν πως η θέση του είναι εκεί. Πως η φύση του είναι εκεί. Το πνεύμα του λένε ήταν πάντα εκεί. Χαμογελούν όλοι (σχεδόν όλοι).

Μέσα στην δεξίωση παρατηρεί κάνεις τον θαυμασμό, την ζήλεια τον ανταγωνισμό και όλες τις εκφράσεις των συναισθημάτων σε ένα πλήθος που βλέπει έναν κάποτε πρωτοπόρο, έναν για πολύ καιρό απομονωμένο μεγάλο του κόσμου και της ιστορίας να σπάει την απομόνωση του και να έρχεται σαν ευγενής πατρίκιος να δει την εξέλιξη του έργου του και της φιλοσοφίας του, τα πνευματικά παιδιά του που θα τον κάνουν περήφανο μιας και όχι μόνο τίμησαν το έργο του αλλά το ξεπέρασαν. Τι πιο ευγενές θεωρούν από τον μαθητή που ξεπέρασε τον δάσκαλο. Αυτό είναι το μέτρο ενός καλού δασκάλου εξάλλου.

Οι καλεσμένοι τόσο θαμπωμένοι από την ιστορία του, κάποιοι, τόσο τυφλωμένοι από την ζήλεια, κάποιοι άλλοι που δεν πρόσεξαν την καράφλα, την μπάκα, το ελεεινό κομπολόι ούτε την παστή ρέγγα σε εφημερίδα στην τσέπη του, ήταν εκστασιασμένοι που γνώριζαν επιτέλους τον εμπνευστή και πρωτοπόρο του πολιτισμού τους. Ή ήταν θυμωμένοι που πλέον είναι αναγκασμένοι να αναγνωρίσουν αυτή την πρωτοπορία. Κάποιοι έτσι κάποιοι αλλιώς.

Όμως... ο Έλληνας δεν ένοιωθε σαν πατρίκιος, σαν ένας ευγενής που έγινε ευγενής όχι από την κληρονομία του, μιας και στην εποχή της δόξας του η έννοια του ευγενικού υπήρχε μεν αλλά όχι όπως την έφτιαξε ο ίδιος όχι όπως την ξέρουμε σήμερα. Από το ίδιο του το χέρι και το μυαλό του λοιπόν με το να εφεύρει την σύγχρονη, την πραγματική έννοια του ευγενή έγινε αυτό που έγινε.

Περπάτησε χωρίς να κοιτάξει πολύ γύρω του. Πήγε προς τον μπουφέ. Μεγάλος μπουφές, όπως τον φανταζόταν καθώς ερχόταν. Όχι πως δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο, ή πως υπήρχε κάτι στον μπουφέ αυτόν που δεν είχε δοκιμάσει στην μία η στην άλλη μορφή του. Εξάλλου αναγνώρισε τον εαυτό του, το έργο του ακόμα και σε πιάτα που δεν ήταν καθαρά δικά του μιας και δεν θα υπήρχαν χωρίς αυτόν. Τα υλικά και την ιδέα του συνδυασμού τους σε συνταγές τα είχε αναδείξει λαμπρά στο παρελθόν.

Με όρεξη με πείνα με λύσσα κοιτάζει τον μπουφέ αλλά... απογοητεύεται. Όλοι το βλέπουν και ταράζονται, ακόμα και αυτοί που δεν τον θέλουν εκεί, αλλά κυρίως αυτοί που ακόμα, δεν βλέπουν έναν χοντρό καράφλα, βρωμιάρη καραγκιόζη, αλλά έναν Θεμιστοκλή έναν Αριστοτέλη, έναν Δημόκριτο και τον θέλουν εκεί. Ακόμα…

Πανικός... the Greek is not impressed ... όλα τα φαγητά του κόσμου κι όμως... ο Έλλην ψάχνει...

Ξαφνικά, σαν νέος μέγας Αλέξανδρος, αγέρωχος, γυρίζει, μαζί με τα προγούλια του και διατάσει... δεν μιλά, δεν ζητά αλλά διατάσει με όλο το βάρος και την σημασία μιας διαταγής από τον στρατηγό, τον αρχηγό, τον ηγέτη της σοφίας και της γνώσης. Διατάσει.

Όχι δεν είναι αγενής σκεφτήκαν, απλά... ξέρει... αυτός ξέρει κάτι που εμείς δεν μάθαμε ποτέ, κάτι που δεν το ανακαλύψαμε και έτσι τον απογοητεύσαμε. Γι’ αυτό είναι αυστηρός.

Ναι λοιπόν... μια φασολάδα και ένα φέσι. Μα πως δεν το είχαμε δει; Πως δεν το είχαμε διαβάσει, πάρει, αγαπήσει, εξελίξει... δεν μοιάζει ελληνικό αυτό, βασικά λίγα πάνω του μοιάζουν ελληνικά αλλά... δεν πειράζει κάποιο λάθος κάνουμε, σοκ είναι θα περάσει...

Έρχεται λοιπόν η φασολάδα και το φέσι. Ο Έλλην το φορεί και κάθετε στην καρέκλα. Σαν άρχοντας... όχι ακριβώς όμως άρχοντας όπως το φαντάζονταν οι παραβρισκόμενοι, και οι φιλέλληνες και οι ανθέλληνες... αλλά... αλλά... σαν πασάς, ναι σαν πασάς, πασάς στα Γιάννενα είπε ένας βρετανός που γνώρισε πολλά για την ελληνική επανάσταση και χαμογέλασε… παγωμένα… πολύ παγωμένα…

Τρώει… Τον βλέπουν που τρώει... Σαν... Σαν…

Κάτι αλλάζει... εκεί μπροστά στα μάτια τους... τόσο έντονα που αρχίζουν να σκέφτονται πως ίσως να μην είχε αλλάξει τίποτα εκτός από τα ιδία τους τα μάτια. Αυτοί που τον θαύμαζαν απορούν με γουρλώνουν τα μάτια... σιγά σιγά ο ευγενής Θεμιστοκλής, ο πολεμιστής – στρατηγός, ο επιστήμων - φιλόσοφος αλλάζει μορφή και πλέον δεν βλέπουν τίποτα από ότι είδαν όταν μπήκε. Είναι τόσο μεγάλο το σοκ που δεν ξέρουν τι να πουν, σιωπούν. Αυτός ο ευγενής πατρίκιος του πολιτισμού έχει μεταμορφωθεί σε έναν τουρκόγυφτο, σε έναν άπλυτο μπαστουνόβλαχο, σε έναν βρωμιάρη άξεστο... δεν μπορεί να έκαναν τόσο λάθος, τόσον καιρό μάλωναν με τους άλλους της δεξίωσης που δεν γούσταραν τον Έλληνα.

Ναι οι άλλοι. Αυτοί που έλεγαν πως δεν πρέπει να έρθει, πως είναι επικίνδυνος, πως ξέρει πιο πολλά, πως θα κυβερνήσει τα μυαλά και τις ψυχές ξανά, και θα ανατρέψει τα 1000 χρόνια σκοτάδι που είχαν επιβάλει και που παρόλο που η αύρα του από τα βάθη της ιστορίας ξανάφερε το φως στον κόσμο, είχαν κερδίσει αρκετά από αυτό το σκοτάδι, αρκετά και σε βασικά σημεία του κτίσματος του κόσμου. Και τα είχαν κρύψει στις σκιές. Φοβούνταν πως το καθαρό φως, όχι απλά η αντανάκλαση του, θα τις έσβηνε και μαζί τους τα απομεινάρια της δύναμης του... πλέον δεν φοβούνται.

Όσο πιο μεγάλη λοιπόν η θλίψη, η έκπληξη, η αηδία και ο πανικός στην πλευρά των φιλελλήνων, τόσο μεγαλώνει η χαρά στην πλευρά των ανθελλήνων ξένων. Οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Τώρα αυτοί βλέπουν αυτό που θέλουν, τώρα αυτοί γελάνε γιατί τώρα είναι ασφαλείς… Και κάτι παραπάνω, κάτι αναπάντεχο… τώρα έχουν την ευκαιρία. Που δεν την είχαν ποτέ πιο πριν. Τώρα... αυτοί χαίρονται που τελικά ήρθε ο έλληνας. Τώρα αυτοί επιμένουν να μην τον πειράξει κάνεις να μην τον διώξει κάνεις και κυρίως κάνεις να μην προσπαθήσει να του μιλήσει, να τον αλλάξει, να τον επαναφέρει. Στις φωνές των άλλων που λένε πως έχει χάσει τον δρόμο του, έχει δηλητηριαστεί από αυτό το φέσι στο κεφάλι του, πως αν δεν τον θεραπεύσουν θα καταστρέψει τα πάντα και τον εαυτό του κυρίως, απαντούν πως είναι απλά ρομαντικός και λαϊκός, μιλάνε για τον ζορμπά για τον ήλιο και ότι άλλο σκεφτούν φτάνει να μην τον πλησιάσει κάποιος από τους φιλέλληνες. Τώρα οι ανθέλληνες χαίρονται. Είναι οι φιλέλληνες που τώρα θέλουν να φύγει και οι πρώην ανθέλληνες που προσπαθούν να τους πείσουν πως πρώτα θα τον γδάρουμε τον πούστη να βγάλουμε τα έξοδα της δεξίωσης και μετά βλέπουμε... Και ο Έλληνας χαίρεται τώρα. Ήρθε και η δεύτερη φασολάδα.

H φασολάδα ήταν πολύ καλή. Και η δεύτερη. Δεν είχε προσέξει τι είχε γίνει γύρω του. Δεν τον ένοιαζε κιόλας. Τι να του πουν οι βάρβαροι... χάρη τους έκανε που ήρθε. Αλλά η φασολάδα ήταν ωραία, πολύ ωραία και το φέσι άνετο ζεστό του αρέσει του θυμίζει κάτι από παλιά, όχι πολύ παλιά, αλλά… παλιά. Κάτι που του άρεσε. Κάτι που δεν έπρεπε να του αρέσει αλλά που του αρέσει. Κάτι που τον ελευθέρωσε. Κάτι που τον έκανε να μην χρειαστεί να ξανασκεφτεί τους μεγάλους πρόγονους του όπως έκαναν οι ξένοι και κυρίως κάτι που τον έκανε να πιστεύει πως δεν πρέπει να δουλέψει, να σκεφτεί για να τους ξεπεράσει αλλά ούτε καν να διαβάσει ώστε να τους αντιγράψει. απλά να αρααααααααάξει. και να κλάσει................

Και κλάνει. Δυνατά, γοερά, μια κλωνιά σαν βόμβα σαν dropped bass απο dubstep. όλοι γυρνάνε αποσβολωμένοι και κοιτάνε. Και τότε η βρώμα... η ελεεινή παχιά υγρή βρώμα, η σαπίλα, η μπόχα, η σκουραμέντρα αναδύεται και όλοι αηδιάζουν όλοι ξερνάνε... εκτός από τον Έλληνα. Αυτός όχι. Αυτός ρουφάει την βρώμα σαν καπνό από τσιγάρο, την απολαμβάνει, όχι επειδή δεν του μυρίζει η επειδή δεν θεώρει πως το να κλάνεις έτσι, εκεί, δεν είναι κάτι κακό, μα ακριβώς επειδή ξέρει ότι είναι κακό και κυρίως για τον ίδιο. Ξέρει καλά πως την πολύ τη βρώμα ο ίδιος θα την φάει ακριβώς επειδή του μυρίζει περισσότερο από κάθε άλλον γύρω του.

Νοιώθει απελευθερωμένος. Είναι τόσο δύσκολο να είσαι καθαρός. Ναι. Η βρώμα είναι βρώμα, το ξέρει καλά. Βρωμάει, σε ζαλίζει, ξερνάς και αρρωσταίνεις... αλλά... ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΟ.

Τότε μια φωνή ακούγετε από την είσοδο της αίθουσας. Κάποιος με ένα ταμπελάκι με όνομα που τελειώνει σε –ίδης, άντρας κοντός με τεράστια μύτη, κούτελο σα να το έχουν χτυπήσει με τηγάνι, που δεν έχει σβέρκο αλλά έχει καράφλα που με την αντανάκλαση της καταρρίπτει δορυφόρους, ένα ντέφι στο ένα χέρι και μια μαϊμού στο άλλο, φωνάζει κάτι στον Έλληνα. Κάτι που είναι λίγο τούρκικα, λίγο ρωσικά και κάτι που μοιάζει σε κάποιους ως αρχαία ελληνικά που τα έχει βιάσει ρωσική αρκούδα παρτούζα με παπά-κομισάριο.

Ο έλληνας σηκώνεται αργά, κοιτάζει γύρω του, ρεύεται και περιπατάει προς την πόρτα βρίζοντας τους ανθρώπους που τον κοιτούν με κραυγές που ακούγονται σαν ένα ανίερο μίγμα σλάβικων, αλβανικών και εμετού. Φτάνει στην πόρτα παίρνει αλά μπρατσέρα την μαϊμού και φεύγει προς το πλήθος των τσιγγάνων που τον περιμένουν στην έξοδο του κτηρίου καθήμενοι στην μέση του δρόμου με τα παντελόνια κατεβασμένα και τις φούστες σηκωμένες, χέζοντας παντού σαν μια πράξη ευγενική, σαν να δίνουν και πάλι τα φωτά του πολιτισμού στους βαρβάρους.

-Για πες ρε Μητσάρα Γιουνάν-απ’ την-πόλη πώς ήταν; Στα πρήξανε με την κρίση;

-Άσε ρε Ρωσοποντιάδη Ανατολίδη, τι να μας πουν οι βάρβαροι μωρέ με την κρίση τους. Έφαγα δυο φασολάδες, τους έκλασα τα αρχίδια και ησύχασα.