Φιλοσοφία: Υπηρέτρια ή προϋπόθεση της Επιστήμης;

24-12-2014
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Θέλω να σας μεταφέρω κάποιες προσωπικές μου σκέψεις για τη φιλοσοφία από την πλευρά κάποιου που ανήκει από άποψη σπουδών, ερευνητικών ενδιαφερόντων και επαγγελματικής ενασχόλησης καθαρά στον χώρο της επιστήμης. Καθώς η φιλοσοφία ήταν πάντα η κρυφή μου αγάπη, κάτι σαν την ανεπίσημη ερωμένη δίπλα στην επίσημη σύζυγο, την επιστήμη, σκέφτηκα κάποια στιγμή να σώσω το γάμο μου, σπουδάζοντας και τη  φιλοσοφία, φέροντας την δηλαδή στο προσκήνιο και αφαιρώντας της τον γοητευτικό σκοτεινό χαρακτήρα που κατείχε όσο βρισκόταν στο περιθώριο.  Το έπραξα βέβαια με ένα συμβιβαστικό τρόπο ώστε να συνεχίσω να τα έχω καλά και με τις δύο. Σπούδασα δηλαδή φιλοσοφία της επιστήμης. Περήφανος πλέον από τη μίξη αγαπημένης και ερωμένης ένοιωθα να κινούμαι σε μια χρυσή τομή, όπου αυτές οι δύο βασικές εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος είσδυαν και γονιμοποιούσαν η μια την άλλη.

Στους κύκλους της επιστημολογίας άκουγα ότι η φιλοσοφία είναι μια παρενέργεια, ένα side-effect της επιστήμης, γεμάτη αφαιρέσεις και γενικεύσεις που έχουν όμως πάντα σαν αφορμή επιστημονικά συμβάντα, επιστημονικές ανακαλύψεις. Ομολογώ ότι αυτή η δηκτική φράση απέναντι στην ερωμένη της νιότης μου αλλά και της ωριμότητας μου με διαπέρασε σαν ένα ξίφος χωρίς να προλάβω καλά καλά να αντιδράσω. Για μια στιγμή χαλάρωσα σκεπτόμενος τις επιστημονικές μου ενασχολήσεις, καθώς τουλάχιστον δεν είχα χάσει όλο το χρόνο της ζωής μου με αυτό το ‘άχρηστο’ αντικείμενο. Αλλά μετά, πιο ψύχραιμος, είδα τη φιλοσοφία να με πλησιάζει με επιχειρήματα που έπρεπε να δω αμερόληπτα κατά πόσο ήταν ακριβή και ορθά ή αποτελούσαν απλά και μόνο ρητορικές σοφιστείες στις οποίες πάντα βασιζόταν εκείνη επεκτείνοντας τη σφαίρα επιρροής της.

Κάποιος με ρώτησε αν θεωρώ το Θαλή επιστήμονα ή φιλόσοφο και έτσι μπήκα πλέον ιστορικά και πρακτικά στο παιχνίδι. Σκέφτηκα λοιπόν πως η τάση του να βρει ένα στοιχείο από το οποίο όλα προέρχονταν και στο οποίο όλα επιστρέφουν είχε καθαρά φιλοσοφική χροιά, καθώς περιείχε την ιδέα ενός στοιχείου βάσης, ενός στοιχείου σταθερού από το οποίο όλα εκκινούσαν. Μπορεί όλα που δημιουργούνταν από αυτό το στοιχείο να μεταβάλλονταν και να φθείρονταν, αυτό όμως παρέμενε νεανικό, αγέραστο και άφθαρτο. Αυτή η ιδέα του άφθαρτου ήταν μια σκέψη, μια ιδέα, που δεν πήγαζε από την εμπειρία του κόσμου αλλά καθαρά από τον ορθό λόγο. Από την άλλη, το στοιχείο βάσης που έψαχνε ήταν υλικό. Η αναζήτηση αυτού του στοιχείου στο χώρο της φύσης, έκανε το Θαλή τον πρώτο επιστήμονα, και τη θεωρία του νερού την πρώτη επιστημονική θεωρία, η οποία όμως δεν θα μπορούσε ποτέ να διατυπωθεί χωρίς τη φιλοσοφική έννοια του αμετάβλητου και του άφθαρτου.

Μετά μου ήρθε στο μυαλό ο Δημόκριτος και η γνωστή ιδέα του ότι κάθε αντικείμενο του κόσμου μας μπορεί να διασπαστεί σε όλο και μικρότερα μέρη, χωρίς όμως αυτή η διάσπαση να μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρο, φτάνοντας έτσι στις λεγόμενες ‘ατόμους’, τα άτομα της καθομιλουμένης, τα οποία είναι αδιάσπαστα. Το ενδιαφέρον του για το κόψιμο των πραγμάτων σε μέρη ήταν καθαρά επιστημονικό, καθώς προερχόταν από την αδιάκοπη παρατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, όπου οι διασπάσεις και οι καταστροφές αλλά και οι αναδημιουργίες και ενσωματώσεις αποτελούν ένα διαρκές δρώμενο, και επίσης ο ίδιος ο άνθρωπος για να φτιάξει οτιδήποτε έσπαγε και συνέθετε υλικά. Η άποψη του όμως ότι η διάσπαση αυτή έχει ένα τέρμα ήταν μια ιδέα φιλοσοφική, η οποία πήγαζε από τον έρωτα των Ελλήνων για το πέρας, το τέρμα, προϋπόθεση για το ωραίο και το αρμονικό και ταυτόχρονα το φόβο για το άπειρο, το ανεξέλεγκτο που έθετε σε κίνδυνο την ιδέα της τάξης του κόσμου.

Έμοιαζε δηλαδή ότι τότε, στα σπάργανα της επιστήμης, αυτή να είναι αξεδιάλυτη από τη φιλοσοφία, γι αυτό άλλωστε, ακόμη και στην εποχή του Νεύτωνα, οι ερευνητές δεν αποκαλούνταν επιστήμονες αλλά φυσικοί φιλόσοφοι. Αναρωτήθηκα όμως αν αυτή η συμπλοκή φιλοσοφίας και επιστήμης συνεχίζει να υπάρχει σε κάθε επιστημονική ανακάλυψη, από τότε μέχρι σήμερα. Και σκέφτηκα τη θεωρία του παντός, την ενιαία θεωρία του σύμπαντος, το άπιαστο όνειρο του Einstein αλλά και κάθε επιστήμονα που προσπαθεί να ενοποιήσει σε ένα μοντέλο όλες τις γνωστές δυνάμεις, την κβαντική με τη σχετικότητα, τον μικρόκοσμο με τον μακρόκοσμο και μάλιστα με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, με τις λιγότερες δυνατές εξισώσεις και παραμέτρους. Όλο αυτό το κίνητρο είναι στηριγμένο στις εξής πρωταρχικές, μη αποδείξιμες φιλοσοφικές θέσεις:

- ότι το σύμπαν είναι κατανοήσιμο. Από τον Παρμενίδη ξεκίνησε η άποψη ότι το "όν" και το "νοείν" είναι ένα, ότι αυτό που υπάρχει γίνεται αντιληπτό από το νου και αντίστροφα ό,τι γίνεται αντιληπτό από το νου υπάρχει. Το μεγάλο αυτό μυστήριο συμμερίζεται και ο Einstein όταν λέει ότι το πιο ακατανόητο πράγμα σχετικά με το σύμπαν είναι το ότι είναι κατανοητό.

- ότι το σύμπαν μπορεί να περιγραφεί από μια ενιαία θεωρία, αφού και αυτό είναι ενιαίο

- ότι η απλούστερη θεωρία είναι και η πιο αποδεκτή (η αρχή γνωστή και ως ξυράφι του Ockham).

Αφού διασκέδασα την αγωνία μου σχετικά με τη χρησιμότητα και την αξία της φιλοσοφίας, δεν μπορούσα βέβαια να μη δω και την αντίστροφη επίδραση, αυτήν της επιστήμης στη φιλοσοφία, ιδίως στο χώρο των βιολογικών και κοινωνικών επιστημών, αλλά αυτό ήταν κάτι αυτονόητο και αποδεκτό και έτσι δεν το θεωρώ ως στοιχείο αυτού του άρθρου που έχει ως αντικείμενο την υπεράσπιση της φιλοσοφίας ως ενός δομικού λίθου της ίδιας της επιστήμης.