Ο πατριώτης κι ο «πατριώτης»

21-04-2015
 
Submit to FacebookSubmit to TwitterSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to Delicious

Ένας ακόμη πολυβασανισμένος όρος, ο «πατριώτης» έχει χάσει κάθε είδος νοηματικής αυτονομίας και προσδιορίζεται κάθε φορά ανάλογα με τον φορέα εκφοράς του. Σε αντίθεση με άλλες έννοιες όμως, δεν υπάρχουν, συνήθως, πολλές και ετερόκλητες ομάδες ατόμων που να παλεύουν για την μονοπωλιακή κατάκτηση του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού.

Τι εννοώ; Ζούμε σε μια χώρα που ανά περιόδους έχουν υπάρξει (και εν πολλοίς συνεχίζουν) δεκάδες κόμματα και φορείς (και αντιστοίχως οι υποστηρικτές τους) που πιστεύουν ότι μόνον αυτά αντιπροσωπεύουν την «πραγματική» Αριστερά. Όλοι οι άλλοι, είτε λένε ψέματα, είτε έχουν πλανευτεί ως προς την ουσία της ιδεολογίας, είτε θέλουν να την μεταμορφώσουν σε κάτι που δεν της ταιριάζει.

Αν το σκεφτείτε λίγο, δε συμβαίνει το ίδιο με τον «πατριωτισμό», καθώς στη σημερινή Ελλάδα, δεν ερίζουν και τόσες πολλές ομάδες για να αυτοπροσδιοριστούν έτσι. Ας προσπαθήσουμε να το δούμε λίγο χωρίς συναισθηματισμούς και να αποδεχτούμε ότι κάποια στερεότυπα όντως απηχούν με ακρίβεια σε μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας: Έστω ότι κουβεντιάζεις με έναν συνομιλητή και σε κάποιο σημείο της συζήτησης νιώσει την ανάγκη να σου πει ότι είναι πατριώτης. Έτσι. Ξερά. Χωρίς αστερίσκους. Τι θα υποθέσεις; Αν απαντήσεις «τίποτα», είσαι ψεύτης.

Και αυτή ακριβώς είναι και η εκνευριστική μαλακία της όλης υπόθεσης: ο πολίτης που χαίρεται να δηλώνει πατριώτης και αισθάνεται υπερηφάνεια για αυτό, έχει ταυτιστεί, σε μεγάλο βαθμό, με λαϊκή δεξιά, στρατοκαυλίαση, χουντικούς, ψεκασμένους, χρυσαυγίτες και νεο-ορθόδοξους.

Στον αντίποδα, βρίσκονται οι αιώνιοι «κατήγοροι». Εκείνοι που αν ακούσουν κάποιον να εκφράζεται θετικά για οτιδήποτε ελληνικό σπεύδουν να ξεστομίσουν τα γνωστά «φασιστάκι» με περίσσια αυταρέσκεια, λες και μόλις επιτέλεσαν το ύψιστο κοινωνικό έργο. Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να έχουν δίκιο, δε λέω, αλλά όπως και να το κάνουμε, παίρνει πολλούς η μπάλα. Η πλάκα είναι ότι και αυτοί έχουν τα δικά τους «ιερά», που δεν είναι βέβαια η θρησκεία κι η πατρίδα, μπορεί όμως να είναι πρόσωπα, ιδεολογίες, κοινωνικά πρότυπα κλπ.

Δε θέλω να επικεντρωθώ σε όλες τις εκφάνσεις του δίπολου «πατριωτισμός» - «αντιπατριωτισμός», παρά μόνο σε μία: την ιστορική αλήθεια.

Αν ανοίξεις τα συρτάρια στο σπίτι του δήθεν πατριώτη θα παρατηρήσεις ένα παράξενο φαινόμενο. Ωτοασπίδες. Πολλές όμως. Μην ανησυχήσεις. Δεν έχει σπαταλήσει άδικα τα λεφτά του. Σε κάθε περίσταση κατά την οποία πραγματοποιείται μια ιστορική συζήτηση που αφορά τη χώρα του, βγάζει ένα ζευγάρι, στουμπώνει τα παχουλά του αυτάκια και προστατεύεται με τον πιο ιδανικό τρόπο από την επαφή με γεγονότα που ενδέχεται να θίξουν την προσωπική του αλήθεια.

Ο αντιπατριώτης από την άλλη δεν είναι συνήθως ένα άτομο που μισεί, με την κλασική έννοια του όρου, τη χώρα του. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για κάποιον που δεν έχει ούτε ψήγμα εθνικής συνείδησης (δεν το λέω με αρνητική διάθεση, παρά μόνο ως μια ψυχρή, αχρωμάτιστη διαπίστωση), η έννοια της πατρίδας τού είναι ουδέτερα αδιάφορη και ο «εκνευρισμός» του πηγάζει από μια εσωτερική ταύτιση που έχει κάνει μεταξύ των όρων «πατρίδα» και «φασισμός». Τον βρίσκεις να αφήνει σχόλια σε sites στα οποία υποστηρίζει την ονομασία “Macedonia”, να γράφει «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» στους τοίχους των Εξαρχείων και να υποστηρίζει τους αντιπάλους της Εθνικής στις καλοκαιρινές ποδοσφαιρικές διοργανώσεις – παρόλο που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τα αθλητικά τεκταινόμενα.

Όταν ο αντιπατριώτης αναφέρεται π.χ. στις σφαγές τουρκικών πληθυσμών από Έλληνες κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας δεν το κάνει ποτέ από ανθρωπιστική ευαισθησία. Ποτέ. Το κάνει για να βγει από πάνω. Για να «πληγώσει» την απέναντι πλευρά. Για να εδραιώσει μια εμετική αίσθηση ηθικής ανωτερότητας. Και φυσικά, ο “πατριώτης” δεν αποδέχεται τίποτα: Οι Έλληνες είχαν πάντα το ρόλο του θύματος και αποτελεί έγκλημα το γεγονός ότι δεν είμαστε ο πρώτος και μοναδικός λαός που έχει αγιοποιηθεί καθ’ ολοκληρία.

Είναι εξαιρετικά εύκολο να αγαπάς την πατρίδα σου αν πιστεύεις ότι είναι αμόλυντη και δεν έχει κάνει λάθη. Η «μαγκιά» όμως είναι να την αγαπάς αφού έχεις αποδεχτεί τις «μαύρες σελίδες». Η αγάπη του κομμουνιστή για το Στάλιν είναι άνευ σημασίας όσο αρνείται τα εγκλήματά του, όπως και η αγάπη του αμερικανόφιλου για τις Η.Π.Α., όσο αρνείται τις σφαγές των Ινδιάνων, όπως και η αγάπη του γάβρου για την ομάδα του, όσο αρνείται τα «καμώματα» του Μαρινάκη.

Η παραδοχή είναι δύναμη. Αν μετά τις «αποκαλύψεις», δεχτείς τα λάθη της χώρας σου και συμβάλεις στην μη επανάληψή τους, πιστεύοντας ότι έτσι θα βελτιώσεις αυτό που αγαπάς, τότε είσαι ουσιαστικός πατριώτης – ως προς αυτό το σκέλος τουλάχιστον. Αν όμως γκρεμιστεί όλο το ιδεολογικό σου οικοδόμημα και πάψεις να είσαι «πατριώτης», τότε, μη στενοχωριέσαι, δεν υπήρξες ποτέ!